ἐκλύσει

ἔκλυσις
release
fem nom/voc/acc dual (attic epic)
ἐκλύσεϊ , ἔκλυσις
release
fem dat sg (epic)
ἔκλυσις
release
fem dat sg (attic ionic)
ἐκλύ̱σει , ἐκλύω
set free
aor subj act 3rd sg (epic)
ἐκλύ̱σει , ἐκλύω
set free
fut ind mid 2nd sg
ἐκλύ̱σει , ἐκλύω
set free
fut ind act 3rd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • λίπανση — Η παρεμβολή –μεταξύ δύο οργάνων σε επαφή και σε σχετική κίνηση– ουσιών κατάλληλων για την ελάττωση της τριβής των επιφανειών και της φθοράς τους. Η λ. είναι απαραίτητη για την ορθή και μακροχρόνια λειτουργία των μηχανών, που διαθέτουν όργανα με… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.